Ancient Greek sculpture

| |

Greek art, and sculpture especially, since ancient Greek painting couldn’t survive in time, influenced western art immensely. The Greek sculptors had “a desire to know”, as Aristotle had put it, and it is certain that they followed this throughout. During the Classical period, Greek sculptors focused their energies on the human figure which they tried to depict as naturally as possible. In the Renaissance, the Greek art, and its drive for perfection of the human form, was rediscovered. In the 6th century BCE, one hundred and fifty years before Classical Greek sculpture started developing, Sculptors almost perfected the rendering of the male nude in white marble. However, this perfection was largely superficial, because the figures were lifeless, just perfectly put together.
As the sculptures began to look more like real men, artists began to notice that the advantages of the kouri, products of the rigid Archaic period, had now become disadvantages. The pose, representing neither action nor stillness, made the figure look awkward. When the bronze casters began their studies of the human body in motion, the marble sculptors could only follow by studying figure movement themselves. The Greeks studied the movement of the body, how weight is carried, and how a shift in stance could affect the placement of limbs, torso, and head. After the Persian invasion of Greece in 479-480 BCE there was a brief flowering of arts and philosophical growth. The Greek thinkers were most concerned with issues of ethics and of emotions, and many studied the 'science' behind body language in order to discover more about man's inner thoughts. This study of body language led to a number of theatrical works, mostly tragedies. Τhe sculptors took the study of the human body to great lengths, eventually creating pieces that not only depicted the human form on the outside, but ones that also mirrored the inner self.
Much of Greek art was meant to thank the gods for good fortune, and to hopefully gain favour in their eyes for good times to come. Therefore, many Greek temples were specially built to hold a cult statue. For example, the Erechthieon, located in the Acropolis, was built to commemorate the struggle for the conquest of Athens between Athena and Poseidon. Finally the prize was won by Athena, with her gift to the town of an olive tree.

However, Greek gods were mainly reflections of Greek life itself. Therefore, Greek sculpture tended to humanize myths, depicting a more man-like god, or a god-like man. Most statues were originally created to revere a particular god or goddess. Most of them were of superhuman size and clothed in grandiose garments that have deteriorated over time. Eventually, as the Greek temple began to incorporate elaborate carvings into its structure, sculptors were also called upon to create large reliefs on the pediments, the triangular space between the columns and the roof. The most notable example of religious sculpture was one of the seven wonders of antiquity. The golden statue of Jupiter in Olympia created by the greatest sculptor of all time Phidias, centuries later was taken to Constantinople where it perished in a palace fire. Because religion was so important during the beginning of the Classical period, gods were portrayed in a standard naturalistic form

As time passed by, sculptors were no longer restricted to the rendering of gods and goddesses, and quite often were asked to create large tomb statues to represent the ancestors of a family. These tomb statues, fine examples of which we find in The Keramicos, right under the Acropolis, would show the ancestor in a relaxed pose, often dining in their own home. Successful athletes and thankful families would also have statues of themselves placed in a temple to pay tribute to a god. During this time period, sculptors would only use enough detail to differentiate between the physique of a boxer and a runner, but the portrayal of individual faces was yet to be developed. All these marble statues were painted with encaustic colours, and quite often were true to life. It is reported that in Sicily a young man fell in love with a beautiful colourful Venus.

Finally, in the 5th century BC, portraiture became the trend. Statesmen and generals would have their faces carved on what is called a bust. For the next three centuries, sculptors were trained to map a face in complete detail. It is this perfectionism that attracted Roman interest, and when the Greeks fell to the Romans, Roman sculpture became a continuation of Greek sculpture centuries after the fall of the Greek Empire. Most of the most famous Greek statues were copied by the Roman sculptors. Some of the greatest Greek sculptors besides Phidias, were Praxiteles, Scopas and Lysippus the official sculptor of Alexander the Great.

Αρχαία Ελληνική Γλυπτική

| |

Η Ελληνική τέχνη, και ιδιαίτερα η γλυπτική, αφού η αρχαία ελληνική ζωγραφική δεν μπόρεσε να επιβιώσει στο χρόνο, επηρέασε ιδιαίτερα τη δυτική τέχνη. Οι Έλληνες γλύπτες "είχαν την επιθυμία της γνώσης", όπως το είχε θέσει ο Αριστοτέλης, και είναι βέβαιο ότι το ακολούθησαν στο σύνολο τους. Κατά την κλασική περίοδο, Έλληνες γλύπτες εστίασαν τις ενέργειές τους στην ανθρώπινη φιγούρα που προσπάθησαν να απεικονίσουν όσο πιο φυσικά ήταν δυνατόν. Στην Αναγέννηση, η Ελληνική τέχνη και η τάση της για τη τελειότητα της ανθρώπινης μορφής ξαναγεννήθηκε. Τον έκτο αιώνα ΠΧ, 150 χρόνια πριν ;άρχισε η ανάπτυξη της κλασικής Ελληνικής γλυπτικής. Οι γλύπτες σχεδόν τελειοποίησαν την απόδοση της γυμνής ανδρικής φιγούρας σε λευκό μάρμαρο. Ωστόσο, αυτή η τελειότητα ήταν ουσιαστικά επιφανειακή επειδή οι φιγούρες δεν είχαν ζωντάνια , αλλά απλά είχαν φτιαχτεί τέλεια.
Καθώς τα γλυπτά έμοιαζαν περισσότερο με πραγματικούς ανθρώπους, οι καλλιτέχνες άρχισαν να παρατηρούν ότι τα πλεονεκτήματα των Κούρων, προϊόντα της άκαμπτης Αρχαϊκής περιόδου, είχαν τώρα γίνει μειονεκτήματα. Η πόζα, που δεν παρίστανε ούτε δράση ούτε ακινησία, έκανε τη φιγούρα να μοιάζει άγαρμπη. Όταν οι χύτες του μπρούντζου άρχισαν τις σπουδές τους στην ανθρώπινη κίνηση, οι γλύπτες μαρμάρου δεν μπορούσαν παρά να ακολουθήσουν και οι ίδιοι στη μελέτη του ανθρώπινου σώματος σε κίνηση. Οι Έλληνες μελέτησαν την κίνηση του σώματος, το πως μεταφερόταν το βάρος, και πως η μετακίνηση στη στάση θα μπορούσε να επηρεάσει την τοποθέτηση των μελών του σώματος, του στήθους και του κεφαλιού. Μετά την Περσική εισβολή στην Ελλάδα το 479-480 ΠΧ υπήρξε μία σύντομη άνθιση των τεχνών και της φιλοσοφίας. Οι Έλληνες διανοούμενοι ενδιαφερόταν κυρίως για προβλήματα ηθικής και πάθους, και πολλοί μελέτησαν την επιστήμη πίσω από τη γλώσσα του σώματος, με σκοπό να ανακαλύψουν περισσότερα για τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Αυτή η μελέτη της γλώσσας του ανθρώπινου σώματος οδήγησε σε ένα αριθμό θεατρικών έργων, κυρίως τραγωδιών. Οι γλύπτες ανέβασαν τη μελέτη του σώματος σε πολύ υψηλό βαθμό, δημιουργώντας έργα που δεν απεικόνιζαν την ανθρώπινη φιγούρα μόνο εξωτερικά, αλλά αντανακλούσαν και τον εσωτερικό τους κόσμο.
Η περισσότερη Ελληνική τέχνη είχε σαν στόχο να ευχαριστήσει τους θεούς για να έχουν καλή τύχη, και να κερδίσουν την εύνοια τους στο μέλλον. Έτσι, πολλοί Ελληνικοί ναοί κτιζόταν για να περιέχουν ένα άγαλμα λατρείας. Για παράδειγμα, το Ερεχθείον, που βρισκόταν στην Ακρόπολη, κτίστηκε για να τιμήσει τον αγώνα για την κατάκτηση της Αθήνας ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα . Τελικά το έπαθλο κερδήθηκε από την Αθηνά με το δώρο της προς την πόλη με μία ελιά.
Ωστόσο, οι Ελληνικοί θεοί ήταν κυρίως αντανάκλαση της ίδιας της Ελληνικής ζωής. Έτσι, η Ελληνική γλυπτική είχε την τάση να εξανθρωπίζει τους μύθους, παρουσιάζοντας τους θεούς με ανθρώπινες μορφές. Τα περισσότερα αγάλματα δημιουργήθηκαν αρχικά για να τιμήσουν ένα συγκεκριμένο θεό, ή θεά.. Τα περισσότερα είχαν υπερφυσικό μέγεθος και ήταν ντυμένα με μεγαλόπρεπα ενδύματα που φθάρηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Τελικά, οι ναοί άρχισαν να ενσωματώνουν περίτεχνα ανάγλυφα στις μετόπες, το τριγωνικό σχήμα ανάμεσα στη στέγη και τις κολώνες. Το πιο αξιόλογο παράδειγμα θρησκευτικής γλυπτικής ήταν ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας. Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός στην Ολυμπία δημιουργήθηκε από τον Φειδία, τον μεγαλύτερο γλύπτη όλων των εποχών, που αιώνες αργότερα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κάηκε σε πυρκαγιά στα ανάκτορα. Επειδή η θρησκεία ήταν τόσο σημαντική στις αρχές της κλασσικής περιόδου, οι θεοί παριστάνονταν με νατουραλιστικό τρόπο.
¨Καθώς περνούσε ο καιρός, οι γλύπτες δεν περιοριζόταν για την απόδοση των θεοτήτων, και πολύ συχνά δέχονταν παραγγελίες για ταφικά γλυπτά που παρίσταναν τους προγόνους της οικογένειας. Αυτά τα ταφικά γλυπτά, εξαιρετικά παραδείγματα από τα οποία βρίσκονταν στον Κεραμικό, κάτω από την Ακρόπολη των Αθηνών, έδειχναν συνήθως τους νεκρούς προγόνους σε αναπαυτική στάση, συχνά να δειπνούν στην οικεία τους. Διάσημοι αθλητές και ευγνωμονούσες οικογένειες συνήθιζαν να τοποθετούν αγάλματα για τους εαυτούς τους σε ναούς, για να αποδώσουν φόρο τιμής σε ένα θεό. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι γλύπτες δεν χρησιμοποιούσαν μόνο αρκετές λεπτομέρειες για να διαφοροποιήσουν τη φυσιογνωμία ενός μποξέρ από ένα δρομέα, αλλά να αναπτύξουν την απεικόνιση ξεχωριστών προσώπων. Όλα αυτά τα μαρμάρινα αγάλματα ζωγραφιζόταν με εγκαυστικά χρώματα, και ήταν συχνά ολοζώντανα. Αναφέρεται ότι στη Σικελία ένας νεαρός είχε ερωτευτεί ένα τέτοιο πολύχρωμο γλυπτό της Αφροδίτης.
Τελικά, τον πέμπτο ΠΧ αιώνα, η παραγωγή πορτραίτων έγινε της μόδας. Πολιτικοί και στρατηγοί παράγγελλαν το πορτραίτο τους που ονομάζονταν μπούστος. Για τους επόμενους τρεις αιώνες, οι γλύπτες εκπαιδεύτηκαν να χαρτογραφούν το ανθρώπινο πρόσωπο με απόλυτη λεπτομέρεια. Αυτή η τελειομανία ήταν που τράβηξε το ενδιαφέρον των Ρωμαίων, και όταν οι Έλληνες υποτάγηκαν από τη Ρώμη, ακολούθησαν την Ελληνική γλυπτική. Πολλά από τα πιο γνωστά Ελληνικά γλυπτά αντιγράφηκαν από ρωμαίους γλύπτες. Μερικοί από τους διασημότερους γλύπτες εκτός από το Φειδία, ήταν ο Πραξιτέλης, ο Σκόπας, και ο Λύσιππος, ο γλύπτης του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Dochiariou Monastery

| |

This 65-85 cm oil painting on canvas was created in September 2010 with painting knives. It shows the monastery of Dochiariou in mount Athos.It's not an especially important monastery in the Holy peninsula, but it is certainly one of the most beautiful.

Colour (Part 1)

| |

COLOUR ( Part 1)
It's true that individual colours have a bias towards cool or warm for colour mixing. If you mix two warms together, you'll get a warm secondary colour and, if you mix two cools together you'll get a cool secondary.
For example, mixing cadmium yellow and cadmium red light creates a warm orange. If you mix lemon yellow with alizarin crimson, you get a cooler, more gray orange. Mixing secondary colours is not only about the proportions in which you mix two primary colours, but also knowing what different reds, yellows, and blues produce.
As a group, reds and yellows are considered warm colours and blue a cool colour. But if you compare different reds (or yellows or blues), you'll see that there are warm and cool versions of each of these colours (relative to each other only). For example, cadmium red is definitely warmer than alizarin crimson (though alizarin crimson will always be warmer than, say, a blue).
Secondary colours are made by mixing two primary colours together: red and yellow to get orange, yellow and blue to get green, or red and blue to get purple. The secondary colour you get depends on the proportions in which you mix the two primaries. If you mix three primary colours together, you get a tertiary colour.
The proportions in which you mix the two primaries is important. If you add more of one than the other, the secondary colour will reflect this. For example, if you add more red than yellow, you end up with a strong, reddish orange; if you add more yellow than red, you produce a yellowish orange. Experiment with all the colours you have - and keep a record of what you've done.
But you'll find that there'll always be an instance when the colour you want simply doesn't come ready-made, such as a particular green in a landscape. Your knowledge of colour mixing will enable you to adapt a ready-made green to the shade you require.
The advantage of buying a premixed colour is that you are sure you are getting the same hue each time. And some single-pigment secondary colours, such as cadmium orange, have an intensity that's hard to match from mixed colours.
Browns and greys contain all three primary colours. They're created by mixing either all three primary colours or a primary and secondary colour (secondary colours of course being made from two primaries). By varying the proportions of the colours you're mixing, you create the different tertiary colours.
Mix a primary colour with its complementary colour. So add orange to blue, purple to yellow, or green to red. Each of these makes a different brown, so once again make up a colour chart to give you a quick reference to refer to.
Mix some orange (or yellow and red) with a blue then add some white. You'll always want more blue than orange, but experiment with the amount of white you use. You can also mix blue with an earth colour, such as raw umber or burnt sienna.

Χρώμα ( Μέρος 1)

| |

Είναι αλήθεια ότι τα χρώματα κλίνουν προς τα θερμά ή τα ψυχρά χρώματα όταν αναμειγνύονται .Εάν αναμείξετε δύο θερμά χρώματα, θα πάρετε ένα θερμό δευτερεύον χρώμα, και εάν αναμείξετε δύο ψυχρά θα δημιουργήσετε ένα ψυχρό δευτερεύον.
Για παράδειγμα ,εάν ανακατέψετε κίτρινο καδμίου και ανοιχτό κόκκινο καδμίου θα φτιάξετε ένα θερμό πορτοκαλί. Εάν αναμείξετε λεμονί κίτρινο με αλίζαριν πορφυρό, θα πάρετε ένα ψυχρότερο, περισσότερο γκρι πορτοκαλί. Η ανάμειξη δευτερευόντων χρωμάτων δεν αφορά μόνο την αναλογία που αναμειγνύονται δύο βασικά χρώματα, αλλά και τι παράγουν τα διαφορετικά κόκκινα , κίτρινα και μπλε.
Σαν ομάδες τα κίτρινα και τα κόκκινα θεωρούνται θερμά χρώματα, ενώ το μπλε θεωρείται ψυχρό χρώμα. Αλλά εάν συγκρίνετε διαφορετικά κόκκινα ( ή κίτρινα, ή μπλε), θα δείτε ότι υπάρχουν θερμές, ή ψυχρές παραλλαγές για το καθένα από αυτά τα χρώματα ( σε σχέση μόνο του ενός με το άλλο). Για παράδειγμα, το κόκκινο καδμίου είναι ξεκάθαρα θερμότερο από το Αλίζαριν πορφυρό ( αυτό βέβαια είναι θερμότερο ας πούμε από το μπλε).
Τα δευτερεύοντα χρώματα γίνονται από την ανάμειξη δύο πρωτευόντων χρωμάτων: Το κόκκινο και το κίτρινο δίνουν ένα πορτοκαλί, το μπλε και το κίτρινο δίνουν ένα πράσινο , και το μπλε με το κόκκινο ένα πορφυρό. Το δευτερεύον που παίρνετε εξαρτάται από τις αναλογίες ανάμειξης των δύο πρωτευόντων. Εάν αναμείξετε μαζί τρία πρωτεύοντα, θα δημιουργήσετε ένα τριτεύον χρώμα.
Οι αναλογίες στην ανάμειξη δύο πρωτευόντων χρωμάτων είναι σημαντική. Εάν αναμείξετε περισσότερο από το ένα χρώμα σε σύγκριση με το άλλο .αυτό θα έχει αντανάκλαση στο δευτερεύον χρώμα. Για παράδειγμα, εάν προσθέσετε περισσότερο κόκκινο από κίτρινο, θα δημιουργήσετε ένα δυνατό κόκκινο-πορτοκαλί. Εάν όμως προσθέσετε περισσότερο κίτρινο, θα έχετε ένα κίτρινο- πορτοκαλί. Πειραματιστείτε με όλα τα χρώματα που έχετε και κρατήστε μία λίστα με αυτά που έχετε δημιουργήσει. Θα διαπιστώσετε κάποια στιγμή ότι το χρώμα που θέλετε δεν παρέχεται έτοιμο, όπως παραδείγματος χάριν ένα πράσινο σε ένα τοπίο. Η γνώση σας στην ανάμειξη χρωμάτων θα σας επιτρέψει να προσαρμόσετε ένα έτοιμο χρώμα στην απόχρωση που επιθυμείτε.
Το πλεονέκτημα της αγοράς έτοιμων χρωμάτων είναι ότι έχετε κάθε φορά τη ίδια απόχρωση που επιθυμείτε. Μερικά έτοιμα δευτερεύοντα όπως το πορτοκαλί του καδμίου το οποίο έχει ένταση που είναι εξαιρετικά δύσκολο να φτιάξετε με την ανάμειξη ανοικτού κόκκινου και κίτρινου καδμίου.
Τα καφετί και τα γκρίζα περιέχουν και τα τρία βασικά χρώματα. Δημιουργούνται από την ανάμειξη των τριών βασικών, ή ενός πρωτεύοντος και ενός δευτερεύοντος ( δευτερεύοντα που δημιουργούνται από την ανάμειξη δύο πρωτευόντων). Ποικίλλοντας τις αναλογίες των χρωμάτων που αναμειγνύετε θα δημιουργήσετε διαφορετικά τριτεύοντα χρώματα.
Αναμείξετε ένα πρωτεύον με το συμπληρωματικό του. Έτσι προσθέστε πορτοκαλί στο μπλε, πορφυρό στο κίτρινο, ή πράσινο στο κόκκινο. Το καθένα από αυτά δίνει ένα διαφορετικό καφέ, έτσι άλλη μία φορά κάντε ένα χρωματικό χάρτη στο οποίο μπορείτε να προσφεύγετε για κάποια βοήθεια. Αναμείξτε λίγο πορτοκαλί (ή κίτρινο με κόκκινο) με μπλε και προσθέστε λίγο λευκό. Πάντοτε θα θέλετε περισσότερο μπλε από πορτοκαλί ,αλλά πειραματιστείτε με τη ποσότητα του λευκού που θα χρησιμοποιήσετε. Μπορείτε ακόμη να αναμείξετε μπλε με ένα γήινο χρώμα, όπως ωμή ούμπρα,ή ψημένη σιένα.

Colour (part 2)

| |

COLOUR (Part 2)
If you mix too many colours together, you'll get mud. If your gray or brown isn't coming out the way you want it to, it’s best if you start again than add more colour in the hope it'll work.
The complementary colour of a primary colour (red, blue, or yellow) is the colour you get by mixing the other two primary colours. So the complementary colour of red is green, of blue is orange, and of yellow is purple
When placed next to each other, complementary colours make each other appear brighter, more intense. The shadow of an object will also contain its complementary colour, for example the shadow of a green apple will contain some red.
While it may seem logical that to lighten a colour you add white to it and that to darken it you add black, this is an oversimplification. White reduces brightness so although it makes a colour lighter, it removes its vibrancy. Black doesn't so much add darkness as create murkiness (though there are instances in which black is uniquely useful, such as the range of greens it can produce when mixed with yellow!).
Adding white to a colour produces a tint of that colour, makes a transparent colour (such as ultramarine) opaque, and cools the colour. This is most noticeable with red, which changes from a warm red into a cool pink when you use titanium white. You can add white to lighten a colour, but because this removes the vibrancy of a colour you'll end up with a washed-out picture if you use white to lighten all you colours. Rather develop your colour mixing skills to produce hues of varying intensity. For example, to lighten a red, add some yellow instead than white (or try zinc white)
Black tends to dirty colours rather than simply darken them. Of the most common blacks, Mars black is the blackest and is very opaque, ivory black has a brown undertone, and lamp black a blue undertone.
Think about how much is truly black in nature. Shadows are not simply black, nor a darker version of the colour of the object. They contain the complementary colour of the object.
Take, for example, the shadow on a yellow object. If you mix black and yellow, you get an unattractive olive green. Instead of using this for the shadow, use a deep purple. Purple being the complementary colour of yellow, both will look more vibrant.
It's not true to say the Impressionists never ever used black, but they certainly popularized the idea that they never did.
If you can't see yourself working without black, then consider mixing up a raw umber with ultramarine rather than using a straight-from-the-tube black. It also has the advantage of not 'killing' a colour it's mixed with to the same extent.
Opaque pigments are dense and tend to block out other colours. This makes them ideal for subjects that are solid and heavy, such as tree trunks. Transparent pigments are light and airy, barely showing on top of other colours. This makes them ideal for atmospheric subjects such as a misty morning or diaphanous fabrics.

Χρώμα (Μέρος 2)

| |

Εάν αναμείξετε πολλά χρώματα μαζί , θα βγάλετε ένα λασπωμένο χρώμα. Εάν το γκρίζο δεν βγαίνει όπως το θέλετε, είναι προτιμότερο να ξεκινήσετε ξανά, από το να προσθέσετε περισσότερο χρώμα με την ελπίδα να πετύχει.
Το συμπληρωματικό ενός πρωτεύοντος χρώματος (κόκκινο, μπλε και κίτρινο) είναι το χρώμα που βγαίνει από τη μίξη δύο πρωτευόντων. Έτσι το συμπληρωματικό του κόκκινου είναι το πράσινο, του μπλε το πορτοκαλί και του πορφυρού το κίτρινο.
Όταν δύο συμπληρωματικά χρώματα είναι δίπλα το ένα στο άλλο, φαίνονται λαμπρότερα και πιο έντονα. Η σκιά ενός αντικειμένου περιέχει το συμπληρωματικό του χρώμα, παραδείγματος χάριν η σκιά ενός πράσινου μήλου θα πρέπει να περιέχει αρκετό κόκκινο.
Ενώ φαίνεται λογικό ότι για να φωτίσετε ένα χρώμα πρέπει να προσθέσετε λευκό και για να σκουραίνετε βάζετε μαύρο, αυτό είναι μία υπεραπλούστευση. Το λευκό μειώνει τη λαμπρότητα, και ενώ κάνει ένα χρώμα φωτεινότερο ελαττώνει τη ζωηρότητα του. Το μαύρο δεν προσθέτει τόσο σκιερότητα, όσο λάσπωμα,(αν και μερικές φορές είναι πολύ χρήσιμο για μία ποικιλία πράσινων που παράγει με την ανάμειξη του με κίτρινο).
Προσθέτοντας λευκό σε ένα χρώμα παράγετε μία χροιά αυτού του χρώματος. Το λευκό μετατρέπει ένα διαφανές χρώμα όπως το μπλε ουλτραμαρίνας σε αδιαφανές. Αυτό είναι περισσότερο αξιοπρόσεκτο με το κόκκινο, που αλλάζει από θερμό χρώμα σε ένα ψυχρό ροζ όταν το αναμειγνύετε με λευκό τιτανίου. Μπορείτε να προσθέσετε λευκό για να φωτίσετε ένα χρώμα, αλλά επειδή αφαιρεί από τη ζωηρότητα του χρώματος, θα καταλήξει σαν μία ξεπλυμένη εικόνα. Θα είναι προτιμότερο να αναπτύξετε την ικανότητα σας στην ανάμειξη των χρωμάτων για να παράγετε αποχρώσεις διαφορετικής έντασης. Παραδείγματος χάριν για να φωτίσετε το κόκκινο προσθέστε λίγο κίτρινο, αντί για λευκό, ή (προσπαθήστε με λευκό τσίγκου). Το μαύρο τείνει να λερώνει τα χρώματα αντί να τα σκουραίνει. Από τα πιο συνηθισμένα μαύρα το lamp είναι το πιο αδιαφανές και τείνει προς το μπλε, ενώ το μαύρο ivory περιέχει καφέ.
Σκεφτείτε πόσο αληθινό μαύρο υπάρχει στη φύση. Οι σκιές δεν είναι απλά μαύρες, ούτε σκιερότερη παραλλαγή του χρώματος του αντικειμένου. Η σκιά ενός αντικειμένου περιέχει το συμπληρωματικό του χρώμα.
Πάρτε για παράδειγμα τη σκιά ενός κίτρινου αντικειμένου. Εάν αναμείξετε μαύρο με κίτρινο, θα πάρετε ένα μάλλον άσχημο λαδί πράσινο. Αντί να χρησιμοποιήσετε αυτό για σκιά, χρησιμοποιείστε βαθύ πορφυρό όπως καρμίνα. Το πορφυρό, επειδή είναι συμπληρωματικό του κίτρινου θα το κάνει να φαίνεται πιο ζωηρό.
Δεν είναι αλήθεια ότι οι Ιμπρεσιονιστές δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ μαύρο. Απλά κυκλοφορούσαν αυτή την ιδέα για να δημιουργούν εντύπωση. Εάν δεν μπορείτε να κάνετε χωρίς μαύρο σκεφτείτε να χρησιμοποιήσετε ωμή ούμπρα με ουλτραμαρίνα αντί να χρησιμοποιήσετε ένα σωληνάριο μαύρου.. Αυτό έχει ως πλεονέκτημα να μη « σκοτώνει» ένα χρώμα με το οποίο αναμειγνύεται έως ένα σημείο.
Τα αδιαφανή χρώματα είναι πηκτά και τείνουν να αποκλείουν τα άλλα χρώματα. Αυτό τα κάνει ιδανικά για στέρεα και βαριά θέματα όπως τους κορμούς δέντρων. Τα διαφανή χρώματα είναι ελαφρά και αιθέρια, που με δυσκολία φαίνονται πάνω σε άλλα χρώματα. Αυτό τα κάνει ιδανικά για ατμοσφαιρικά θέματα όπως ένα ομιχλώδες πρωινό, ή διάφανα υφάσματα.

Pop Art and Andy Warhol

| |

Pop Art and Andy Warhol (1928-1987)
Warhol was a prominent US painter, film-maker and author, and a leading figure in the Pop Art movement.
Andrew Warhola was born in Pittsburgh, Pennsylvania. His parents had emigrated to the USA from Ruthenia, a region now in the Slovak Republic.
Between 1945 and 1949 Warhol studied at the Carnegie Institute of Technology. In 1949, he moved to New York and changed his name to Warhol. He worked as a commercial artist for magazines and also designed advertising and window displays.
In the early 1960s, he began to experiment with reproductions based on advertisements, newspaper headlines and other mass-produced images from American popular culture such as Campbell's soup tins and Coca Cola bottles. In 1962, he began his series portraits of Marilyn Monroe. He also included other subjects like Jackie Kennedy and Elvis Presley. The same year he took part in the New Realists exhibition in New York, which was the first important event of Pop Art.
In 1963, Warhol he got into the film industry with some experimental films. His studio, known as the Factory, became a meeting point for young artists, actors and musicians. One of these, Valerie Solanas, shot and seriously wounded him in 1968.
Warhol was now established as an internationally famous artist and throughout the 1970s and 1980s exhibited his work around the world.
On 22 February 1987, Warhol died unexpectedly in a New York hospital following an operation.
The name Pop Art is attributed to the English critic Laurence Alloway, who used the term for the first time in 1958 and was established a few years later in the sixties, a period when Pop Art had its greater influence. Until then Pop Art artists called themselves Neo Dada with reference to the Dada movement. Some people consider Dadaism the herald of Pop Art and certainly had a great influence on it. The two currents are connected with each other in their effort to raise the common, daily subject to objects of art.
Early in the sixties, Pop Art started developing especially in the United States. The personality of Andy Warhol and Roy Lichnestein gave a large boost to Pop Art. Although England was the birthplace of Pop Art, it had great success across the Atlantic, due to the robust American economy.
Main characteristics of Popp Art were spontaneity, creative exaggeration, light disposition, satire, bright colours, and generally the rejection of the traditional. Pop Art served the so called mass culture, connected to a kind of commercial art and the wide public. In contrast to earlier Modern Art currents, Pop Art showed an indifference to difficult, incomprehensible and more cerebral subjects, which Pop Art artists consider elitist products. Characteristic samples of Pop Art aesthetics, are depictions of tin cans of a specific beverage, Elvis Presley and Merilyn Monroe, or other subjects drawn from comics and advertisements.
Some of the Pop Art artists are Andy Warhol, Roy Lichnestein, Peter Blake Richard Hamilton and others.

Ποπ Αρτ και Άντυ Γουώρχολ

| |

Ποπ Αρτ και Άντυ γουόρχωλ (1928-1987)
Ο Άντυ Γουόρχωλ υπήρξε διακεκριμένος Αμερικανός ζωγράφος, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και κυρίαρχη μορφή στο κίνημα της Ποπ Αρτ.
Ο Αντρέας Γουορχώλα γεννήθηκε στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνιας. Οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει στις ηνωμένες πολιτείες από τη Ρουθένια, μία περιοχή της σημερινής Σλοβακικής Δημοκρατίας.
Ανάμεσα στο 1945 και το 1949 ο Γουόρχωλ σπούδασε στο Ινστιτούτο τεχνολογίας του Κάρνετζι. Δούλεψε ως καλλιτέχνης διαφημιστικών για περιοδικά και σχεδίαζε διαφημιστικά για βιτρίνες καταστημάτων.
Στις αρχές της δεκαετίας του 60 άρχισε να πειραματίζεται με αναπαραγωγές που βασιζόταν σε διαφημίσεις, επικεφαλίδες εφημερίδων και μαζικές εικόνες από την Αμερικανική λαϊκή πολιτιστική παράδοση, όπως τις κονσέρβες σούπες Κάμπελ και μπουκάλια κόκα κόλας. Το 1962 , άρχισε μία σειρά πορτραίτων της Μέρυλιν Μονρόε. Ακόμη συμπεριέλαβε στη σειρά πορτραίτα της Τζάκι Κένεντυ και του Έλβις Πρίσλευ. Τον ίδιο χρόνο πήρε μέρος σε μία έκθεση Νέο Ρεαλιστών στη Νέα Υόρκη, που ήταν το πρώτο σημαντικό γεγονός της Ποπ Αρτ.
Το 1963, ο Γουόρχωλ μπήκε στη βιομηχανία του κινηματογράφου με κάποια πειραματικά φιλμ. Το στούντιο του γνωστό ως το Εργοστάσιο, έγινε το σημείο συνάντησης για νέους καλλιτέχνες, ηθοποιούς και μουσικούς. Ένας από αυτούς, ο Βαλερύ Σολάνας , τον πυροβόλησε τραυματίζοντας τον σοβαρά το 1968.
Τώρα πλέον ο Γουόρχωλ καθιερώθηκε ως ένας διάσημος διεθνής καλλιτέχνης και εξέθετε τη δουλειά του σε όλο τον κόσμο καθ’ όλη τη δεκαετία του 1970 και 1980.
Στις 22 Φεβρουαρίου του 1987, ο Γουόρχωλ πέθανε ξαφνικά σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια εγχείρησης .

. Το όνομα Ποπ Αρτ αποδίδεται στον Βρετανό κριτικό τέχνης Λώρενς Άλογουει, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για πρώτη φορά το 1958 αλλά καθιερώθηκε μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στη δεκαετία του '60, περίοδος που η Ποπ Αρτ γνώρισε και την μεγαλύτερη απήχηση. Μέχρι τότε, συχνά οι Ποπ Αρτ καλλιτέχνες αποκαλούνταν και Νεο-Νταντά με αναφορά στο κίνημα του Ντανταϊσμού. Από αρκετούς, ο Ντανταϊσμός θεωρείται πρόδρομος της Ποπ Αρτ και σίγουρα αποτέλεσε ισχυρή επιρροή. Τα δύο κινήματα συνδέονται μεταξύ τους, κυρίως μέσω της κοινής διάθεσης να προκαλέσουν και να ανυψώσουν το καθημερινό και συνηθισμένο στη θέση του αντικειμένου της τέχνης.
Στις αρχές της δεκαετίας του '60, η Ποπ Αρτ άρχισε να αναπτύσσεται κυρίως στην Αμερική. Η προσωπικότητα του Άντι Γουόρχολ και του Ρόι Λίχτενσταϊν θα δώσουν τη μεγαλύτερη ώθηση στην Ποπ Αρτ. Αν και η Βρετανία αποτελεί τον τόπο γέννησης της Ποπ Αρτ, στην Αμερική γνωρίζει πραγματική έξαρση, γεγονός που ευνοείται και από την οικονομική ευρωστία της Αμερικής.
Κύρια χαρακτηριστικά της Ποπ Αρτ αποτέλεσαν ο αυθορμητισμός, η δημιουργική υπερβολή, η ανάλαφρη διάθεση, η σάτιρα, οι έντονες χρωματικές αντιθέσεις και εν γένει η απόρριψη του παραδοσιακού. Η Ποπ Αρτ υπηρέτησε την αποκαλούμενη μαζική κουλτούρα και συνδέθηκε με ένα είδος εμπορικής τέχνης που απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό. Σε αντίθεση με πολλά προγενέστερα κινήματα της μοντέρνας τέχνης, η Ποπ Αρτ επέδειξε αδιαφορία σε δύσκολα, δυσνόητα ή περισσότερο εγκεφαλικά θέματα, τα οποία για τους καλλιτέχνες του κινήματος θεωρούνταν προϊόντα μιας διάθεσης ελιτισμού. Πίνακες με αναπαραστάσεις τενεκεδένιων κουτιών γνωστού αναψυκτικού, του Έλβις Πρίσλεϊ και της Μέριλιν Μονρόε ή ακόμα θέματα δανεισμένα από τα αμερικανικά κόμιξ και τη διαφήμιση αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της Ποπ Αρτ αισθητικής.
Οι κυριότεροι Ποπ Αρτ καλλιτέχνες ήταν ο Άντυ Γουόρχωλ, ο Ρόι Λίχνεσταιν,Πήτερ Μπλέικ, Ρίτσαρντ Χάμιλτον και άλλοι.

Talking about the economic crisis

| |

This original oil on canvas was painted by Charalampos Laskaris in september 2010 with painting knives.
Size : 45-65 cm
It shows two friends talking about the fiscal worries of Greece